Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Η "ποθούμενη" ανάπτυξη και ο ρόλος των ΑΕΙ



του Γιώργου Παπαμώκου

Η «ποθούμενη» ανάπτυξη και  ο ρόλος των ΑΕΙ

Στα τέλη του 2008 ήταν πια εμφανές στους διεθνείς οικονομικούς κύκλους ότι το τσουνάμι της  οικονομικής κρίσης 2007-2008 έστελνε τρία σφοδρά ισοπεδωτικά κύματα και στη χώρα μας: κρίση εμπιστοσύνης, κρίση δανεισμού, κρίση χρέους. Η τότε πολιτική ηγεσία της χώρας  έδωσε ρεσιτάλ ανευθυνότητας (με ελάχιστες εξαιρέσεις ορισμένων σοβαρών πολιτικών) και ξεσκέπασε την τραγική της ανεπάρκεια. Η λαϊκή ρήση που περιγράφει την ανευθυνότητα και ανικανότητα του πολιτικού κόσμου και κυρίως την τότε κυβέρνηση του Κ.  Καραμανλή όσο και την μετέπειτα κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου είναι η γνωστή σε όλους:  «Εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν». Πράγματι ενώ μεγάλες οικονομίες έδειχναν μεγάλα σημάδια κρίσης,  η χώρα μας αρμένιζε σαν μια μικρή βαρκούλα αμέριμνα στον ωκεανό της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μετά από αυτή του 1929. Απέτυχε πανηγυρικά να προβλέψει την κρίση εμπιστοσύνης που θα δημιουργούσε η ίδια η κυβέρνηση με τους χειρισμούς της τόσο το 2004 όσο και την κρίσιμη περίοδο 2007-2010 (θυμηθείτε τη δήλωση του κ. J. C. Juncker  το φθινόπωρο του 2009:  “The game is over. We need serious statistics”). Η αναπόφευκτη μετατροπή της κρίσης δανεισμού σε κρίση χρέους και ο φαύλος κύκλος στον οποίο θα εισερχόμαστε έγιναν αντιληπτά πολύ μετά την επέλασή τους στην Ελληνική οικονομία από τους κυβερνώντες.
Τα καταστροφικά αποτελέσματα της επερχόμενης οικονομικής κρίσης είναι ασφαλώς συνάρτηση και των πολιτικών χειρισμών των εκάστοτε ηγεσιών των χωρών κατά τη διάρκεια της κρίσης και όχι μόνο των παλιών αμαρτιών του πολιτικού συστήματος. Ο λαός έχει την αίσθηση ότι η τότε πολιτική ηγεσία  κατάφερε να μεγιστοποιήσει αντί να ελαχιστοποιήσει τις ζημιές. Για το κατόρθωμά της αυτό καλείται σε διεθνή φόρα  να εξηγήσει τους χειρισμούς της για να μαθαίνουν οι άλλοι από τα λάθη των δικών μας κυβερνητών. Κάτι που, όπως ο ίδιος δήλωσε άλλωστε, κάνει και ο τωρινός υπουργός επί των οικονομικών: «Μαθαίνω από τα λάθη των προκατόχων μου...»![1]
Και ενώ οι δικοί μας πολιτικοί ακόμη μαθαίνουν από τα λάθη των προηγούμενων πολιτικών ηγετών  μας αντί να σχεδιάζουν ταχύτατα πολιτικές άμυνας και αντεπίθεσης της χώρας, κάποιες άλλες ηγεσίες, εντοπίζοντας την αδυναμία της χώρας μας στην ίδια της την ηγεσία[2]  σχεδιάζουν το μέλλον μας:
Ήδη από τα τέλη του 2009, αρχές του 2010 η Γερμανίδα καγκελάριος έθετε στο τραπέζι το θέμα της δομής της παγκόσμιας οικονομίας στην οποία η Κίνα παράγει, πουλάει και συσσωρεύει πλεονάσματα, και η Ευρώπη με τις ΗΠΑ δανείζονται και καταναλώνουν. Ο προβληματισμός αυτός για τους γνωρίζοντες τη γερμανική πολιτική σκέψη και πρακτική σήμαινε ότι οι Γερμανοί, σε συνεργασία με μέρος του ανεπτυγμένου ευρωπαϊκού Βορρά, εργαζόταν για να εφαρμόσουν ένα σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης βασισμένο κυρίως στις ανάγκες των οικονομιών τους. Αν μελετήσει κανείς συστηματκά τις δηλώσεις  της Γερμανικής ηγεσίας η οποία τελευταίως συμπεραίνει ότι ... «με την Ελλάδα είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα» και ότι .. «βρισκόμαστε όλοι σε μια ενιαία αγορά»,  τότε ακόμη και αυτοί που έχουν άγνοια στοιχειωδών οικονομικών δεδομένων μπορούν να αντιληφθούν ότι ενώ η δική μας ηγεσία παλεύει να κρατήσει το κεφάλι πάνω από το νερό, οι άλλες ηγεσίες έχουν ήδη σχεδιάσει τη νέα δομή της οικονομίας παγκοσμίως και προσπαθούν να την εφαρμόσουν:
Στην Ευρώπη φαίνεται να δημιουργούνται δύο τουλάχιστον οικονομικές ζώνες: Η πρώτη ζώνη θα αποτελείται από χώρες που είναι οικονομικά ισχυρές ενώ η δεύτερη ή και τρίτη ζώνη στην οποία μας έχουν κατατάξει προβλέπεται να υποστεί μερική ως πλήρη κινεζοποίηση των εργασιακών σχέσεων και να μετατραπεί σε πεδίο φτηνού εργατικού δυναμικού.   (Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι και στις ισχυρές οικονομίες δεν θα υπάρχουν χαμηλοί μισθοί για μια εξειδικευμένα άτομα.) Η ανάπτυξη που θα έρθει(;) πολλοί ευελπιστούν ότι θα μετατρέψει τη χώρα σε «οικονομικά ανεξάρτητο» κράτος, όσο αυτό μπορεί να ευσταθεί σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, με την προϋπόθεση του νέου κουρέματος του χρέους.  Με το νέο κούρεμα του επίσημου χρέους, την περαιτέρω μείωση των μισθών και την μείωση έως μηδενισμού των φόρων για νέες και μεγάλες επιχειρήσεις – επενδύσεις από το εξωτερικό πολλοί προβλέπουν ότι θα ξεκινήσει ένα τσουνάμι ανάπτυξης στη χώρα.  Θα είναι όμως το κράτος αλήθεια οικονομικά ανεξάρτητο; Και το τσουνάμι επενδύσεων θα ενεργοποιηθεί; Και αν ενεργοποιηθεί τι ακριβώς επιπτώσεις θα έχει;
Δυστυχώς για εμάς, και εδώ υποκρύπτεται σοβαρός κίνδυνος μόνιμης υποβάθμισης του βιωτικού επιπέδου των Ελλήνων, οι κλάδοι που σκέφτονται να επενδύσουν, αν επενδύσουν, στην Ελλάδα είναι πολύ καλά μελετημένοι. Το έχουν ξανακάνει και θα το ξανακάνουν πολύ πιο σωστά αυτή τη φορά όσο οι δικοί μας πολιτικοί τριγυρνούν με ένα ποτηράκι ουίσκι κα με ένα πλατύ χαμόγελο αυτοικανοποίησης στα διεθνή οικονομικά φόρα και αυτολιβανίζονται. Οι οποίοι  φαίνεται να είναι εντελώς ανίδεοι από την γραμμή παραγωγής των μεγάλων βιομηχανιών της Ευρώπης και τους κρίσιμους κρίκους της αλυσίδας που είναι ικανοί να δημιουργήσουν και να καθοδηγήσουν τους υπόλοιπους κρίκους παραγωγής.
Τι θα κάνουν οι παραπάνω κλάδοι; Θα κρατήσουν το κρίσιμο μέρος της παραγωγής αλλά και κυρίως το κρίσιμο  ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό στις χώρες της πρώτης ζώνης και θα κάνουν την Ελλάδα χώρα συναρμολόγησης των τελικών προϊόντων. Κάτι που κάνει την Ελλάδα ισοδύναμη της Ταιβάν, του Βιετνάμ,  της Βουλγαρίας σε ότι αφορά τους κρίκους της παραγωγής. Όμως το κρίσιμο επιστημονικό δυναμικό που προτυποποιεί νέα προιόντα και τρέχει τις γραμμές παραγωγής και ποιότητας, τρέχει τα ίδια τα εργοστάσια της κάθε βιομηχανίας θα παραμείνει στις χώρες της πρώτης ζώνης. Και αυτά δεν είναι δικές  μου εκτιμήσεις. Είναι γνώμες ανθρώπων που εργάζονται  στην παγκόσμια και στη Γερμανική βιομηχανία, που γνωρίζουν τα λάθη τους και την τωρινή πολιτική της η οποία πρεσβεύει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ξαναπάθει ότι έπαθε όταν μετέφερε τεχνογνωσία στην Κίνα.  Αντίθετα, είναι πολύ ευέλικτες σε ότι αφορά τη μεταφορά κεφαλαίων για αποφυγή φορολογίας. (Για του λόγου το αληθές οι αγγλομαθείς ας ρίξουν μια ματιά  στον παρακάτω σύνδεσμο:
Παρ’ όλα αυτά, η χώρα μας, ακόμα και τώρα, έχει τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήματα σε ότι αφορά τον τουρισμό και υπό προυποθέσεις τον πρωτογενή τομέα. Αυτά δεν θα ακολουθήσουν ένα αυτοσυνεπή κύκλο παραγωγής εθνικού πλούτου: Απαιτείται εθνικό στρατηγικό αναπτυξιακό σχέδιο αλλιώς για άλλη μια φορά θα βλέπουμε γειτονικά ή ανταγωνιστικά τουριστικά κράτη να κερδίζουν ακόμη και την παραδοσιακή μας πελατεία αλλά και να εξάγουν περισσότερα προϊόντα από την παραγωγή του πρωτογενούς τομέα που ανέθακαθεν θεωρούνταν κυρίαρχα στην ελληνική παραγωγή. Άλλα εμφανή πλεονεκτήματα αποτελούν η ναυτιλία και η ενέργεια.  Οι σκέψεις μου σε αυτούς τους τομείς θα αναλυθούν σε άλλα άρθρα.
Το κυρίαρχο ερώτημα που τίθεται σήμερα στους κυβερνήτες μας είναι;
Πως θα απαντήσετε σε αυτό το σχέδιο; Ποιο είναι το εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την ανοικοδόμηση της χώρας σε σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα και με ανθρωπίνως αποδεκτά κριτήρια διαβίωσης για τους εργαζόμενους πολίτες της;
Σε αυτό το ερώτημα σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και τα ΤΕΙ  της χώρας το καθένα με τον δικό του τρόπο. Είναι σημαντικό να εννοήσουν όλοι ότι η Τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία  στο σχέδιο που θα πρέπει ήδη να είχε έτοιμο η χώρα για να απαντήσει στις προκλήσεις των καιρών. Μέσα από τα ΑΕΙ, και σε συνεργασία με δημιουργικές δυνάμεις της χώρας που είναι σιωπηλές αλλά συνεχίζουν να δημιουργούν, αλλά και αυτές που παραμένουν αδρανείς λόγω ανεργίας θα πρέπει να ξεπηδήσει μια δυναμική  που θα οραματιστεί, θα σχεδιάσει και θα υλοποιήσει ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης.
Το σχέδιο Αθηνά δίνει τη δυνατότητα στην πολιτική ηγεσία του τόπου να ανασχεδιάσει τον χάρτη τον ΑΕΙ, να προσανατολίσει εκπαιδευτικά και  εργασιακά τη  νέα γενιά και να αναδιατάξει κρίσιμο επιστημονικό δυναμικό της χώρας, αλλά φοβάμαι ότι αυτή δεν το έχει αντιληφθεί ή το βλέπει μόνο ως μια οικονομική υποχρέωση απέναντι στην τρόικα. Ο χάρτης των ΑΕΙ θα πρέπει να ανασχεδιαστεί. Αλλά θα πρέπει να ανασχεδιαστεί με βάση τις ανάγκες τις χώρας στην παρούσα οικονομική κατάσταση και όχι τίποτε άλλο.
Το επίπεδο και η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης για κάποια από τα πολλά τμήματα ΤΕΙ και Πανεπιστημίων θα πρέπει να προσαμοστεί στις ανάγκες και στους προσανατολισμούς ανάπτυξης ενός καλά μελετημένου σχεδίου ανοικοδόμησης της χώρας. Αυτό απαιτεί συνεργασία και εξαντλητική διευρεύνηση από την πολιτεία των προθέσεων κα των δυνατοτήτων των  φορέων διοίκησης, αυτοδιοίκησης και παραγωγής αλλά και μιας ακριβούς εικόνας των δυνατοτήτων της ακαδημαϊκής κοινότητας καθώς και μια αίσθηση της δυναμικής της κάθε περιοχής. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν φαίνεται να υπάρχει ενώ οι τοπικοί άρχοντες φαίνεται να μην έχουν συνέλθει από τη μέθη της προηγούμενης περιόδου κατά την οποία το δανεικό χρήμα έτρεχε άφθονο και οδήγησε στην ίδρυση πολλών μη αναγκαίων Τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ και ταυτόχρονα έκανε κάτι χειρότερο:
Μετέτρεψε την σημερινή νεολαία σε στρατό ανέργων αφού με ένα «χαρτί» (πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ) στο χέρι η πλειοψηφία αρνούνταν μέχρι σήμερα να εργαστεί σε οτιδήποτε άλλο εκτός από δουλειά γραφείου στο δημόσιο κατά πρώτη και τελεταία προτίμηση.  Ας μην αναφερθούμε στην τεχνική εκπαίδευση η οποία είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και σημαντικά υποβαθμισμένη αλλά και τόσο αναγκαία.
Φαίνεται ότι η κυβέρνηση καρκινοβατεί. (ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΗΣ  ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΕ ΙΣΧΥΡΑ ΚΟΜΜΑΤΙΚΑ ΕΡΕΙΣΜΑΤΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΚΕΙ). Το σχέδιο ετοιμάστηκε, ως συνήθως, βιαστικά, με τεράστια καχυποψία για τους φορείς που θα έπρεπε να συμμετέχουν στο διάλογο, οπότε μοιραία και με μαθηματική βεβαιότητα θα προκριθούν μικροσυμφέροντα παραγόντων και παραγοντίσκων που θα πείσουν τον πρωθυπουργό οτι εργάζονται για το καλό του λαού.
Η ανασχεδίαση του ακαδημαϊκού χάρτη όμως, ίσως αποδειχθεί σημαντικό εργαλείο σε ένα νέο σχέδιο ανοικοδόμησης της χώρας και μπορεί να αυξήσει τις όποιες πιθανότητες έχουμε να «γυρίσουμε το παιγνίδι» με βάση την παραγωγή νέας γνώσης και τεχνογνωσίας. Πως:
Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία τις εξελίξεις τις οδηγούν σε μεγάλο μέρος οι πρωτοβουλίες ανθρώπων και εταιρειών στη νέα και υψηλή τεχνολογία. (Google και Facebook είναι τα γνωστά μεγαθήρια – παραδείγματα, υπάρχουν όμως και πολύ πιο μικρά ελληνικού ενδιαφέροντος και μάλιστα μακριά από το οικονομικό κέντρο της χώρας: http://www.rgcc-genlab.com/ )
 Οι ανεπτυγμένες χώρες και οι βιομηχανίες τους δεν είναι πια εύκολο να περιορίσουν την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών στα στενά όρια των κρατών τους ή των ζωνών επιρροής τους αρκεί και οι Ελληνικές κυβερνήσεις να έχουν την απαραίτητη πολιτική βούληση και τον κατάλληλο σχεδιασμό.  Βέβαια οι ίδιες οι βιομηχανίες μέσα από την ανάπτυξη πατεντών και τη διαφύλαξη της εκμετάλλευσής  τους μέσα από έναν στρατό δικηγόρων δεν θα εκχωρήσουν μερίδιο στην αγορά τόσο εύκολα. Ένα δεύτερο δε όπλο τους είναι η εξαγορά μικρών αλλά πολύ ελπιδοφόρων εταιρειών με καινοτόμα προϊόντα.  Αν όμως η Ελληνική πολιτεία μπορέσει να προσφέρει ένα ασφαλές και ανταγωνιστικό περιβάλλον (γράφω ή ονειρεύομαι;) για την γέννηση τέτοιων επιχειρήσεων τότε θα μπορούμε βάσιμα να ελπίζουμε ότι στη χώρα θα μπορέσουν να αναπτυχθούν τετοιες εταιρείες.
 Μπορεί η  πολιτεία να αξιοποιήσει το νέο και καλά εκπαιδευμένο επιστημονικό προσωπικό της χώρας (και όχι αυτό με το οποίο συνήθως συναναστρέφεται στους διαδρόμους των υπουργείων αλλά ούτε και αυτό που αναδεικνύει την παθογένεια του Ελληνικού συστήματος  μέσα από τον νεποτισμό και την κομματοκρατία στα ΑΕΙ) και να επενδύσει στη "νέα επιχειρηματικότητα" υψηλής τεχνολογίας και γνώσης;
Μια ουσιαστική πρωτοβουλία θα είναι για παράδειγμα η στοχευμένη επένδυση σε τεχνοβλαστούς,  και αναφέρομαι σε αληθινούς και όχι τους τεχνοβλαστούς των απατεώνων (που είχαν ως αποτέλεσμα την καταλήστευση ευρωπαϊκών κονδυλιών και μηδενικό αναπτυξιακό αποτέλεσμα). Υπό προϋποθέσεις, είναι πιθανό σε εύλογο χρονικό διάστημα να δούμε ως αποτέλεσμα, σημαντικό αριθμό δυναμικών μικρών και μεσαίων (γιατί όχι και μεγάλων) επιχειρήσεων διεθνούς βεληνεκούς. Και αυτό θα έρθει ως συνάρτηση και της βελτίωσης της δημόσιας διοίκησης και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και των υποδομών της χώρας. Το Ελληνικό επιστημονικό δυναμικό δηλώνει παρόν με πολλές ικανότητες, γνώσεις σε τεχνολογίες αιχμής, και βρίσκεται τόσο στα Ελληνικά Πανεπιστήμια όσο και διεσπαρμένο σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το ερώτημα προς την πολιτική ηγεσία είναι: Είσται ικανοί να το αξιοποιήσετε; Δυστυχώς αν ρωτήσει κανείς  τους Έλληνες πολίτες θα απαντήσουν ΟΧΙ. Και αυτό είναι απογοητευτικός παράγοντας και για τους ίδιους τους πολιτικούς. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη σε αυτούς.
Για όλους τους παραπάνω λογους θα πρέπει να εκδηλωθεί  μια σοβαρή πολιτική πρωτοβουλία, ένα κίνημα,  το οποίο θα κινητοποιήσει:
1.     Τη μέχρι τώρα σιωπηλή νεολαία της χώρας που βλέπει να γκρεμίζονται τα όνειρά της και να πληρώνει τις αμαρτίες των προηγούμενων γενεών. Και εννοώ τους ανθρώπους που φοιτούν ακόμη στα ΑΕΙ ή είναι μαθητές και τους νέους που έχουν αποφοιτήσει από οποιαδήποτε βαθμίδα εκπαίδευσης, είτε είναι εργαζόμενοι είτε άνεργοι είτε είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ είτε όχι.
2.     Μια νέα κρίσιμη μάζα ανθρώπων, σε πολιτικό επίπεδο, που θα πρέπει να έχει σχέση με την παραγωγή, τη δημιουργία και να έχει αποδεδειγμένο έργο στην εργασία του είτε στον δημόσιο είτε  στον ιδιωτικό τομέα. Δεν θα πρέπει όμως να προέρχεται κατ' ανάγκην από την τωρινή αποτυχημένη αστική τάξη της Ελλάδος και εννοώ τις  φατρίες της τρέχουσας πολιτικής τάξης.
3.     Μια νέα ομάδα διανόησης που θα μπορέσει να καθοδηγήσει ιδεολογικά και πολιτικά το κίνημα, που δεν θα κυριαρχείται από νεποτισμό, παρεοκρατία, δεν θα έχει σκοπό την κατάληψη της εξουσίας πάση θυσία αλλά θα λειτουργήσει ως μια νέα "Φιλική Εταρεία" χωρίς βέβαια τους μυστικισμούς που περιέβαλλαν την ιστορική μας Φιλική Εταιρεία και τις λεγόμενες "αόρατες αρχές" πρακτικές με τις οποίες είμαι κάθετα αντίθετος σε αυτή την ιστορική στιγμή όσο και αν αυτές ήταν απολύτως δικαιολογημένες την ιστορική περίοδο της τουρκοκρατίας.
4.     Όλους όσους θέλουν να βοηθήσουν να ξαναχτιστεί η χώρα και καταλαβαίνουν ότι το κοινό καλό είναι κοινό για όλους ενώ ο ατομισμός  και η διαπλοκή μάς οδηγεί σε κατάρρευση. 

      Τα παραπάνω θα πρέπει να γίνουν άμεσα μια και είμαστε σε ένα είδος «εμπόλεμης κατάστασης»: Οικογένειες με δύο και τέσσερις ανέργους (π.χ. δύο γονείς άνεργοι και παιδιά σε ηλικίες 22 και 25 ετών επίσης άνεργα) αγγίζουν τα όρια της απελπισίας καθημερινά, είναι στην πρώτη γραμμή μάχης και πολλές από αυτές τις οικογένειες τη χάνουν καθημερινά.
       Και δυστυχώς οι επί χρόνια επαγγελματίες πολιτικοί αλλά και ορισμένες συντεχνίες του δημοσίου, όσο και οι υπερπλουτίσαντες κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες που μίζωναν χρόνια την πολιτική ελίτ για να παίρνουν έργα δεν μπορούν να καταλάβουν το δράμα αυτών των οικογενειών. Δυστυχώς η παροιμία «ο χορταμένος τον νηστικό δεν τον πιστεύει» είναι τραγικά επίκαιρη για πολλούς από όσους κατέχουν θέσεις ευθύνης και μας διοικούν.  Μήπως πρέπει να φύγουν γοργά - γοργά;


Με εκτίμηση
Γιώργος Παπαμώκος
Χημικός


Ευχαριστώ τον Γ. Θυφρονίτη,  Αναπλητωτή Καθηγητή του Τμήματος Βιολ. Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τα σχόλια στην αρχική έκδοση του άρθρου τα οποία και προσπάθησα να ενσωματώσω.


[2] (Δες δηλώσεις Γερμανού υπ. Οικονομικών κ. Σόιμπλε: Στην Ελλάδα αυτοί που απέτυχαν είναι η πολιτική ελίτ της χώρας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου