Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Σχολεία ενός κατώτερου Θεού.

Αυτά τα σχολεία που δεν θα ανοίξουν γιατί δεν υπάρχουν δάσκαλοι - καθηγητές, είναι σχολεία ενός κατώτερου Θεού. 
Δυσπρόσιτα που κανείς δεν επιλέγει και όσοι τοποθετηθούν κινούν γη και ουρανό να φύγουν. Δεν σταυρώνουν διδακτικό προσωπικό. Ένας έρχεται και άλλος φεύγει. 
Δεν είναι τωρινό πρόβλημα, χρόνια κρατάει αυτή η κολόνια. Τώρα απλά δεν υπάρχουν τα λεφτά για να μπαλωθεί το πρόβλημα.
Η λύση είναι απλή: Κίνητρα για τοποθέτηση με συμφωνημένη 5ετη (ενδεικτικά) θητεία. Χωρίς δυνατότητα απόσπασης, μετάθεσης κτλ γνωστά πελατειακά κόλπα.
Πόσο δύσκολο είναι να σχεδιαστεί ένα πρόγραμμα, με λεφτά από το ΕΣΠΑ, για να κτιστούν εστίες που θα στεγάζουν αδαπάνως τους δασκάλους και τους καθηγητές; Διότι σε πολλές περιπτώσεις δεν θα βρει κανείς να ενοικιάσει ένα αξιοπρεπές και στοιχειωδώς ανεκτό κατάλυμα. 

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Το Νέο Λύκειο. Αβέβαια οφέλη – Σίγουρες παγίδες.


“Για τον υπολογισμό του βαθμού πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσμετρείται και ο βαθμός προαγωγής και απόλυσης (ΒΠΑ)”
Αυτά αναγράφονται στον νόμο που ψηφίστηκε προσφάτως για το “Νέο Λύκειο”. Δεν αποτελεί πρωτοτυπία το γεγονός ότι, σε ότι αφορά στο γενικό λύκειο, το κέντρο βάρους της προσπάθειας βρίσκεται, για μια ακόμα φορά, στο σύστημα πρόσβασης των αποφοίτων του λυκείου στα Πανεπιστήμια και τα Τεχνολογικά Ιδρύματα. Δεν αποτελεί πρωτοτυπία οι προσπάθειες να ακυρώνονται καθώς το ένα μέτρο ακυρώνει το άλλο. ΄Ένα μόνο παράδειγμα, η καινοτομία που εισάγει ο Βαθμός προαγωγής και απόλυσης (ΒΠΑ) ακυρώνει τον διακηρυγμένο στόχο του νόμου περί αποσύνδεσης του Λυκείου από τις εισαγωγικές εξετάσεις αφού συνδέει απολύτως όλο το λύκειο με αυτές. Είναι Βαθμός Πρόσδεσης Απόλυτης.
Όπως φαίνεται ο ΒΠΑ θα οδηγήσει σε πληθωριστική ενδοχολική βαθμολογία προκειμένου να εξασφαλίσουν οι υποψήφιοι ένα μικρό bonus με τον 5ο βαθμό ο οποίος θα συνυπολογίζεται με τους βαθμούς στα 4 πανελληνίως εξεταζόμενα μαθήματα.

 
Η αντίφαση αυτή δεν είναι το μοναδικό μειονέκτημα του νέου νόμου. Με τις προτεινόμενες αλλαγές κλείνει ένας κύκλος που άνοιξε το 2000 και που αφορούσε στον αριθμό των πανελληνίως εξεταζόμενων μαθημάτων. Τότε είχε κριθεί ότι ο μικρός αριθμός τους, με το σύστημα των ¨καταραμένων” δεσμών, είχε οδηγήσει στην υποβάθμιση της διδασκαλίας όλων των υπολοίπων μαθημάτων. Το έτος 2000 ο αριθμός των εξεταζόμενων μαθημάτων εκτοξεύτηκε από 4 σε 14. Η “μεταρρύθμιση Αρσένη” δεν εφαρμόστηκε ποτέ, μετά από σφοδρότατες αντιδράσεις ο μεν υπουργός έχασε την θέση του, ο δε διάδοχός του, Πέτρος Ευθυμίου άρχισε το ξήλωμα. Τα μαθήματα μειώθηκαν σε 8, μετά σε 6 και τώρα επιστρέφουμε στον “καταραμένο” αριθμό 4!

Δεν είναι ανεξήγητο ότι ανακατεύουμε συνεχώς την ίδια τράπουλα και ξαναγυρνάμε σε συνταγές που μερικά χρόνια πριν ξορκίζαμε μετά βδελυγμίας Ο φαύλος κύκλος των “μεταρρυθμίσεων” του ποδαριού και της επικοινωνιακής μεγαλοστομίας πηγαίνει πολύ πίσω από το 2000. Εδράζεται στο έδαφος των διαχρονικών παθογενειών του Ελληνικού κράτους με την συνεπικουρία  “προοδευτικών” ιδεολογημάτων.

Από τους παθογόνους παράγοντες της κακοδαιμονίας στον χώρο της εκπαίδευσης αξίζει ίσως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε δύο μεγάλους “ενόχους¨.

Ο πρώτος μεγάλος παθογόνος παράγοντας είναι το Ελληνικό κράτος. Υδροκέφαλο και συγκεντρωτικό, μοιραία είναι αναποτελεσματικό και γραφειοκρατικό, πελατειακό και αναξιοκρατικό, καχύποπτο και εχθρικό σε ιδέες αποκέντρωσης, αυτονομίας, δημιουργικής απελευθέρωσης του ανθρώπινου δυναμικού που ασφυκτιά στην δημοσιοϋπαλληλική ρουτίνα. Σε κανένα έως σήμερα “μεταρρυθμιστικό” εγκέφαλο δεν γεννήθηκε η ιδέα να εμπιστευτεί η πολιτεία την δημιουργικότητα του επιστημονικού δυναμικού που αφθονεί στα ελληνικά σχολεία. Να επενδύσει σε αυτήν την “λανθάνουσα πηγή ενέργειας”, να την απελευθερώσει δίνοντας στα σχολεία μέσα και κίνητρα να υλοποιούν στόχους. Να μετασχηματίσουμε τα σχολεία από βαριεστημένα τηλεχειριζόμενα μορφώματα, σε οργανισμούς που σκέφτονται, σχεδιάζουν και πραγματοποιούν αποτελέσματα από τα οποία κρίνονται και αξιολογούνται. 
 
Χαρακτηριστική στρέβλωση προερχόμενη από τον ασφυκτικό κεντρικό έλεγχο είναι οι οριζόντιες πολιτικές. Καθώς η κεντρική διαχείριση είναι ταυτόχρονα και απομακρυσμένη, δεν μπορεί να αντιληφθεί τις λεπτομέρειες του αναγλύφου στο “έδαφος” που διεξάγονται οι μαθησιακές επιχειρήσεις. Σχεδιάζει λοιπόν γενικά και άκαμπτα μοντέλα στα οποία στριμώχνει τους πάντες. Καμία ευελιξία και ελάχιστοι βαθμοί ελευθερίας δεν παρέχονται στις σχολικές μονάδες και στο πρόγραμμα σπουδών απουσιάζουν εναλλακτικές προαιρετικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι μαθητές να μην μπορούν να ανακαλύψουν τον εαυτό τους στο σχολείο, να μάθουν ποιες είναι ικανότητες τους, σε ποιους δρόμους μπορούν να κερδίσουν αυτογνωσία, αυτοεκτίμηση, καταξίωση.. Το σχολείο είναι μια σύγχρονη “κλίνη του Προκρούστη” που παράγει λίγους εκλεκτούς και πολλούς αποτυχημένους.

Ο δεύτερος παθογόνος παράγοντας είναι η πρόσδεση του Λυκείου στο σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων στο βωμό ενός μύθου. Το σχολείο ευθύνεται για την ύπαρξη των φροντισρτηρίων. Η προσπάθειες που θέλουν το σχολείο να υποκαταστήσει τα φροντιστήρια, έχουν ακυρώσει τον χαρακτήρα του σχολείου. Το γεγονός έχει παράξει ποικίλες στρεβλώσεις. 

Πρώτη και καλύτερη στρέβλωση είναι ότι οι πανελλήνιοι διαγωνισμοί πρόσβασης έχουν αναχθεί ως πρότυπο για τις ενδοσχολικές εξετάσεις. Επόμενο είναι ότι το πνεύμα των εξετάσεων - διαγωνισμών έχει κυριαρχήσει και στις ενδοσχολικές εξετάσεις οι οποίες έχουν χάσει το διαπιστωτικό και διαγνωστικό τους χαρακτήρα.

Εξαιρετικά αρνητικός είναι ένας άλλος μύθος που έχει ταλαιπωρήσει και θα συνεχίσει, όπως φαίνεται,  να ταλαιπωρεί το σχολείο. Είναι ο μύθος ότι εάν στις διαδικασίες προσβασης πορσμετρώνται και οι ενδοσχολικοί βαθμοί τότε το θα αυξηθεί το ενδιαφέρον των μαθητών για όλα τα μαθήματα. Το γεγονός ότι αυτού του είδους η σύνδεση έφερε ως αποτέλεσμα την απονομή εντελώς πλασματικών ενδοσχολικών βαθμών, τον υπερπληθωρισμό των προφορικών βαθμών δεν στάθηκε ικανός λόγος για να να αποφύγουμε το ίδιο λάθος. 

Το ίδιο επικίνδυνη είναι η ιδέα ότι μπορεί το απολυτήριο του Λυκείου να παίξει ρόλο διαβατηρίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και έτσι να φτάσουμε στην κατάργηση των πανελλήνιων εξετάσεων - διαγωνισμών.    Το απολυτήριο του λυκείου, όπως και του γυμνασίου οφείλουν να πιστοποιούν   τον βαθμό επιτυχίας με τον τον οποίο ο μαθητής ολοκλήρωσε τον αντίσοιχο κύκλο σπουδών. Ο βαθμός αυτός θα μπορούσε μια χαρά να αποτυπώνεται σε μια κλίμακα Α ( για το άριστα) , Β( για το πολύ καλά) κτλ. Εναλλακτικά θα μπορούσε να περιέχει ποσοστά επιτυχίας, Α( 75-100%) , Β(50-75%) κτλ. Το απολυτήριο του Γυμνασίου μπορεί και είναι διαβατήριο πρόσβασης στην λυκειακή βαθμίδα δεδομένου ότι δεν υπάρχει αριθμητικός περιορισμός σε αυτήν. Στην περίπτωση του Λυκείου όμως αυτό δεν είναι δυνατόν. Η απόκτηση απολυτηρίου Λυκείου είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την εισαγωγή στις σχολές για τις οποίες η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά. Για τις περιπτώσεις αυτές χρειαζόμαστε τους διαγωνισμούς εισαγωγής οι οποίοι φέρνουν μαζί τους και τα αντίστοιχα φροντιστήρια. Η εξίσωση “ διαγωνισμοί = φροντιστήρια” δεν έχει εξαιρέσεις και το γεγονός ότι αυτό δεν έχει κατανοηθεί έχει ως αποτέλεσμα τις χωρίς επιτυχία προσπάθειες να υποκατασταθούν τα φροντιστήρια από το σχολείο. Ακόμα και στα καλύτερα ιδιωτικά λύκεια και παρά τις τις υπερβάσεις που κάνουν στο ωρολόγιο πρόγραμμα δίνοντας όλο το βάρος στα μαθήματα προσανατολισμού ( κατευθύνσεις), το ιδιαίτερο φροντιστήριο πάει σύννεφο. 

Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι ο εγκλωβισμός σε αυτόν τον καλόηχο και “προοδευτικό” στόχο δεν φέρνει αποτελέσματα, είναι ότι έχει αποδομήσει το σχολείο. Βάζοντας το σχολείο να ανταγωνιστεί το φροντιστήριο το καταστρέφουμε. Όλο το πρόγραμμα του γενικού λυκείου “βλέπει” τις πύλες των πανεπιστημίων και είναι προσανατολισμένο αναλόγως. Έτσι τα μαθήματα γενικής παιδείας κάθε άλλο από γενική παιδεία προσφέρουν, η εξειδίκευση που έχει στόχο την παροχή προαπαιτούμενων γνώσεων για τις σπουδές στις πανεπιστημιακές σχολές είναι ο άξονας πάνω στον οποίο οικοδομούνται τα αναλυτικά προγράμματα των μαθημάτων “γενικής παιδείας”. Την αποτυχία του ελληνικού σχολείου στον τομέα παροχής βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων αποτυπώνουν οι χαμηλές επιδόσεις των μαθητών μας στις εξετάσεις ΡΙΖΖΑ.


Έτσι έχει η κατάσταση. Παρόλα αυτά όμως ο νέος νόμος αφήνει το περιθώριο να γίνει ένα κάποιο βήμα προς την θετική κατεύθυνση εάν και εφόσον αρθούν κρίσιμες αντιφάσεις και προστατευτούν από την απαξίωση οι θετικές του προβλέψεις. Τι λοιπόν μπορεί να γίνει, εκτός φυσικά από το να ανοίξουμε την συζήτηση για μια μεταρρύθμιση χωρίς εισαγωγικά;

      1. Να καταργηθεί ο Βαθμός προαγωγής και απόλυσης (ΒΠΑ). Καμιά σύνδεση των ενδοσχολικών βαθμών με το σύστημα εισαγωγής. Αυτό και μόνο αρκεί για να επανέλθει η αντιστοίχηση πραγματικής επίδοσης και βαθμολογίας. Η στατιστική παρακολούθηση των απονεμόμενων βαθμών μπορεί εύκολα να εντοπίσει παρεκκλίσεις από τον κανόνα. Σταδιακά και στο βαθμό που το απολυτήριο ανακτά κύρος και αξιοπιστία μπορεί να αξιοποιείται ως διαβατήριο για τις σχολές όπου η προσφορά είναι μεγαλύτερη από την ζήτηση.  

      2. Οι πανελλήνιοι διαγωνισμοί εισαγωγής, αναγκαίο κακό για την ώρα, να απομακρυνθούν χρονικά από τις ενδοσχολικές διαδικασίες, οι οποίες πρέπει να διεξάγονται στο τέλος Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου. Εκτός από τον ισχυρό συμβολισμό που θα εκπέμψει αυτό το μέτρο, υπάρχουν σημαντικά πρακτικά οφέλη για το σχολείο και τους τελειόφοιτους – υποψήφιους. Το σχολείο , λύκειο αλλά και το γυμνάσιο, θα αναπνεύσει και θα μπορεί να αξιοποιεί ωφέλιμα τον διαθέσιμο χρόνο του διδακτικού έτους. Οι υποψήφιοι μαθητές θα τελειώνουν το σχολικό έτος χωρίς άγχος γνωρίζοντας ότι θα έχουν επαρκή χρόνο για την τελική φάση της προετοιμασίας τους. 

      3. Οι τράπεζες θεμάτων να εισαχθούν σταδιακά και πιλοτικά κατ' αρχήν στην σχολική ζωή και βεβαίως να διαχωριστούν από την τράπεζα θεμάτων στους πανελλήνιους διαγωνισμούς. Το πνεύμα τους πρέπει να διασφαλίζει την μετάβαση από τις εξετάσεις-διαγωνισμούς στις διαπιστωτικές εξετάσεις. 

      4. Να δοθεί η δυνατότητα εναλλακτικού προγράμματος για όσους μαθητές δεν θέλουν να παρακολουθήσουν μαθήματα προσανατολισμού. Σε μια ζώνη προαιρετικών δραστηριοτήτων να έχουν την δυνατότητα να εντάσσονται μαθητές ανεξαρτήτως της τάξης στην οποία φοιτούν. Οι δραστηριότητες μπορούν να καλύπτουν καλλιτεχνικά, αθλητικά ενδιαφέροντα αλλά και επαφή με επαγγελματικό προσανατολισμό.

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Τι να κάνουμε με την Παιδεία

  • Αποσπάσματα από άρθρο του Βασίλη Κοντογιαννόπουλου στο Protagon 
«Το πρόβλημα της παιδείας κατέστη άλυτο στον τόπο μας, γιατί γίνεται και αυτό, όπως όλα τα θέματα, αντικείμενο κομματικών ανταγωνισμών. Γίνεται δηλαδή αντικείμενο δημαγωγίας. Κάθε κυβέρνηση που έρχεται στην εξουσία, εννοεί να κάνει τη δική της εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η εκάστοτε αντιπολίτευση αντιδρά κατά της εκάστοτε μεταρρύθμισης, αναλαμβάνοντας έτσι την υποχρέωση να την ανατρέψει όταν έλθει η ίδια στην εξουσία. Εξαιτίας όλων αυτών δεν κατέστη δυνατή η πάγια εκπαιδευτική πολιτική, που είναι απαραίτητη για την προκοπή του τόπου». Με τη λιτή, όσο και περιεκτική αυτή διατύπωση, ο Κων/νος Καραμανλής συνόψιζε το 1976 τις βασικές αιτίες της χρόνιας υστέρησης του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Η πρώτη μεταρρύθμιση

Η πρώτη και μόνη συναινετική Μεταρρύθμιση της Μεταπολίτευσης Κ. Καραμανλή και Γ. Ράλλη, με τη συναίνεση του Ε. Παπανούτσου, εκτός από τις ιστορικές τομές της καθιέρωσης της δημοτικής, της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, της διαίρεσης του εξαταξίου Γυμνασίου σε Γυμνάσιο και Λύκειο είχε θέσει δύο σημαντικούς στόχους: πρώτον, την κατάργηση του μονόδρομου της Γενικής Παιδείας και τη στροφή στην Τεχνική – Επαγγελματική εκπαίδευση, με την ίδρυση των Τ.Ε.Λυκείων. Δεύτερον, την αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την καθιέρωση των Πανελληνίων εξετάσεων στη Β’ και Γ΄ τάξη των Λυκείων, στα τέσσερα μαθήματα των «δεσμών». Με τις διπλές εξετάσεις, η τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας πίστευε ότι καταπολεμάτο η ανάγκη προσφυγής στην παραπαιδεία, ενώ μειωνόταν το άγχος των υποψηφίων και ο παράγων τύχης της μιας εξέτασης. Παράλληλα, ο συνυπολογισμός του βαθμού του απολυτηρίου στην τελική βαθμολογία ενίσχυε το ενδιαφέρον των μαθητών για όλα τα μαθήματα του Λυκείου, ώστε να πάψει να λειτουργεί ως προθάλαμος των Α.Ε.Ι.

Η ελληνική πραγματικότητα ακύρωσε τους στόχους της Μεταρρύθμισης, που είχα την ευθύνη εφαρμογής της, ως αρμόδιος Υφυπουργός. Οι διπλές εξετάσεις διπλασίασαν φροντιστήρια και άγχος. Ο συνυπολογισμός του βαθμού του απολυτηρίου καθιέρωσε τη συναλλαγή γονέων και καθηγητών, με συνέπεια την αθρόα «παραγωγή» αριστούχων. Παρόμοια ήταν και η τύχη της στροφής προς την Τεχνική – Επαγγελματική εκπαίδευση. Υπό την πίεση των ιδεοληψιών της Αριστεράς, που θεωρεί ότι η σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία και την παραγωγική διαδικασία οδηγεί στην παραγωγή «φτηνού εργατικού δυναμικού για τα ντόπια και ξένα μονοπώλια», ενισχύθηκε το επίπεδο των θεωρητικών μαθημάτων στα Τ.Ε.Λ., σε βάρος των πρακτικών. Αποτέλεσμα, τα «αναβαθμισμένα» Τεχνικά Λύκεια και τα «ανωτατοποιημένα» Τ.Ε.Ι. παράγουν «υποβαθμισμένους» και μη συμβατούς με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, απόφοιτους. Είναι μία από τις αιτίες της διόγκωσης της ανεργίας των νέων και πριν από την κρίση.

Επιστροφή στο παρελθόν

Η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, έπειτα από ένα διαρκές «ράβε-ξήλωνε» 40 χρόνων, επανέρχεται στις ρυθμίσεις του 1976: επιστροφή στα τέσσερα μαθήματα των πανελληνίων εξετάσεων. Επέκταση και στις τρεις τάξεις του Λυκείου εξετάσεων «πανελλήνιου τύπου». Συνυπολογισμός των ενδοσχολικών επιδόσεων. Παράλληλα, η στροφή στην Τεχνική Εκπαίδευση επιδιώκεται με άτολμα μέτρα, όπως η προσθήκη προαιρετικού τέταρτου έτους μαθητείας, χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά ο ερμαφρόδιτος χαρακτήρας των ΕΠΑΛ. Ένας ακόμη άστοχος και άσκοπος πειραματισμός, χωρίς κανένα θετικό αντίκρισμα. Μόνες βέβαιες οι αρνητικές επιπτώσεις: πρόκληση αναταραχής στα Λύκεια από τις αλλαγές. Διόγκωση των φροντιστηρίων. Οικονομική αφαίμαξη των οικογενειών. Συναλλαγή για υψηλή βαθμολογία. Κυριαρχία της παπαγαλίας.

Ο κύκλος των χαμένων «μεταρρυθμίσεων»

Συνεχίζεται αδιάπτωτα η παρέλαση των «μεταρρυθμιστών» Υπουργών, που επιμένουν να ανακαλύψουν τον εκπαιδευτικό τροχό που θα φέρει το όνομά τους. Χωρίς να διδάσκονται από τα λάθη προκατόχων τους, τα οποία και επαναλαμβάνουν. Χαρακτηριστικά, υπενθυμίζω ότι τα τέσσερα μαθήματα των πανελληνίων εξετάσεων του 1980 αυξήθηκαν σε 13 επί Αρσένη, για να μειωθούν σε εννέα επί Ευθυμίου, και σε έξι επί Γιαννάκου. Σήμερα, επανερχόμαστε και πάλι στα τέσσερα, με την εξωφρενική μάλιστα δήλωση του αρμόδιου Υπουργού ότι «η μείωση της εξεταστέας ύλης… ενισχύει την κριτική σκέψη»!

Καταλύτης

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πρέπει να αναμορφωθεί εκ βάθρων. Όχι μόνο ως προς το οργανωτικό του σχήμα, στο οποίο έχουν αναλωθεί, ανεπιτυχώς, όλες οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες, αλλά, κυρίως, ως προς το περιεχόμενό του. Οι Έλληνες μαθητές φορτώνονται με άχρηστες γνώσεις από ακατάλληλα προγράμματα και βιβλία που δεν επιτρέπουν καμία αυτενέργεια και πρωτοβουλία στους εκπαιδευτικούς. Μνημείο συγκεντρωτισμού και γραφειοκρατικής αντίληψης, οι 120 σελίδες, με τις λεπτομερειακές ρυθμίσεις, του νόμου για τα Λύκεια.

Καταλύτης για μια συνολική μεταρρύθμιση της Παιδείας είναι το σύστημα πρόσβασης από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό επηρεάζει αρνητικά ολόκληρο το οικοδόμημα της εκπαίδευσης. Και προς τα κάτω, τα Λύκεια παραμένουν προθάλαμος των ΑΕΙ. Και προς τα πάνω, τα Πανεπιστήμια υποδέχονται, σε μεγάλο βαθμό, ακατάλληλους σπουδαστές. Οι αλλεπάλληλες αλλαγές του ιδίου, κατά βάση, συστήματος δεν επέφεραν καμία βελτίωση στις χρόνιες στρεβλώσεις της δημόσιας εκπαίδευσης. Κρίσιμο σημείο η γενικευμένη σύγχυση μεταξύ της έννοιας του Διαγωνισμού και της Εξέτασης, διαγνωστικής του επιπέδου γνώσεων.

Στον Διαγωνισμό στόχος δεν είναι η επίδοση σε σχέση με ένα ορισμένο επίπεδο γνώσεων. Στόχος είναι η καλύτερη επίδοση σε σχέση με αυτή των συνυποψηφίων. Στην απλή εξέταση στόχος είναι η απόδειξη κατοχής του απαιτούμενου επιπέδου γνώσεων. Όσο οι εισαγωγικές εξετάσεις έχουν τον χαρακτήρα διαγωνισμού, (συναγωνισμός περισσότερων υποψηφίων για λιγότερες θέσεις), οι δυσπλασίες της παιδείας (φροντιστήρια, παπαγαλία κ.λπ.) δεν πρόκειται να εκλείψουν. Αντλώ το παράδειγμα από τον αθλητισμό. Στους προκριματικούς αγώνες ο αθλητής αγωνίζεται να φτάσει το επίπεδο του ορίου πρόκρισης. Στους τελικούς αγωνίζεται να ξεπεράσει τους συναθλητές του. Και μπορεί να βγει νικητής με επίδοση κατώτερη των προκριματικών, εάν οι συναθλητές του επιτύχουν χειρότερες επιδόσεις. Γι’ αυτό και η προσφυγή στα αναβολικά αποτελεί κανόνα. Στις εισαγωγικές εξετάσεις το φροντιστήριο είναι το «αναβολικό».

Γι’ αυτό ο χαρακτήρας των εισαγωγικών εξετάσεων πρέπει να αλλάξει. Δεν χρειάζεται να επανεφεύρουμε την πυρίτιδα, το δικό μας, ελληνικό σύστημα. Ας υιοθετήσουμε επιτέλους ένα από τα επιτυχημένα συστήματα ευρωπαϊκών χωρών, προσαρμοσμένο στην ελληνική πραγματικότητα. Σύμφωνα με την εμπειρία μου αυτό συνεπάγεται:
Αξιόπιστο τίτλο πρόσβασης από το Λύκειο στο Πανεπιστήμιο που να πιστοποιεί την επάρκεια του υποψηφίου για ανώτερες σπουδές.
Ελεύθερη αλλά και αδιάβλητη επιλογή από κάθε ΑΕΙ και ΤΕΙ εκείνων των υποψηφίων που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που το ίδιο έχει θέσει.
Αναδιάταξη των πανεπιστημιακών σπουδών σε προπτυχιακό, πτυχιακό και μεταπτυχιακό κύκλο. Η αξιολόγηση των σπουδαστών από κύκλο σε κύκλο θα γίνεται μέσα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς δασκάλους τους. Παντού «γέφυρες» ώστε ο κάθε σπουδαστής να μπορεί να αλλάζει προσανατολισμό είτε μέσα στο ίδιο πανεπιστημιακό ίδρυμα είτε από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο.

*Ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος είναι πρώην υπουργός Παιδείας.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Αφήστε τα παιδιά ήσυχα


  • του Ανδρέα Πετρουλάκη στο Protagon
Μιλούν εύκολα για Χούντες. Για μένα είναι πολύ δύσκολο και με ξενίζει η κατάχρηση των παραλληλισμών. Πιστεύω ότι είναι βαναυσότητα απέναντι στα θύματα και ανιστόρητη ευκολία να βρίσκεις αναλογίες που δεν υπάρχουν για να παροξύνεις το πολιτικό κλίμα. Όμως, αφού τις φέρνουν συχνά στο μυαλό τους, ας αναζητήσουν και κάποιες λεπτομέρειες που ίσως τους φωτίσουν με διαφορετικό τρόπο και τη δική τους πολιτική.
Αυτό που έγινε χτες στα σχολεία ήταν κανονικός πολιτικός προσηλυτισμός. Ήταν προπαγάνδιση υπέρ ενός πολιτικού ρεύματος, έστω κυρίαρχου, με ακροατήριο εφήβους που εκεί βρίσκονταν για άλλο λόγο. Τα παιδιά πήγαν στο σχολείο για να μάθουν γράμματα. Πήγαν δηλαδή, όπως γίνεται πάντα στην εκπαίδευση όλου του πολιτισμένου κόσμου, για να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν τη διαδικασία που θα τους επιτρέψει να αποφασίσουν στο εγγύς μέλλον, με τις δικές τους δυνάμεις, αυτόφωτα και όχι ετεροκαθορισμένα, τον ατομικό ρόλο που θα επιδιώξουν να παίξουν στην κοινωνία και τα συλλογικά σχήματα που ίσως επιλέξουν να ενταχθούν. Για να τα αναθεωρήσουν κάμποσες φορές μεγαλώνοντας. Σίγουρα δεν ήσαν εκεί για να τους τα δώσουν έτοιμα και μασημένα οι πολιτικοί.
Τελευταία φορά, λοιπόν, που θυμάμαι να έγινε αυτό ήταν επί Χούντας. Οι γυμνασιάρχες έβγαζαν πύρινους λόγους για την επανάσταση και καλούσαν τους μαθητές σε εθνική εγρήγορση. Στο δικό μου το σχολείο είχε έρθει δυο-τρεις φορές και η καρικατούρα υπουργού Παιδείας, πάλι για τον ίδιο λόγο. Επίσης συνέβαινε και στη δικτατορία του Μεταξά, με υποχρεωτική στρατολόγηση μάλιστα των μαθητών στην ΕΟΝ. Το ίδιο γινόταν και στα χρόνια της μετεμφυλιοπολεμικής σκληρής δεξιάς.
Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης αυτό έγινε αδιανόητο. Μπορεί οι Υπουργοί Παιδείας και άλλοι πολιτικοί να πήγαιναν στους αγιασμούς (χωρίς ασφαλώς να υπάρχει κανένας λόγος να γίνεται αυτό), αλλά μόνο για να βγάλουν πληκτικούς και άσκοπους λόγους. Ποτέ για να καλέσουν τους μαθητές να αντιπαρατεθούν στους πολιτικούς τους αντιπάλους, να συμμετάσχουν σε πολιτικές μάχες που οι ίδιοι έκριναν επιβεβλημένες, να στρέψουν τα παιδιά τελικά εναντίον άλλων Ελλήνων. Αυτό έγινε για πρώτη φορά χτες.
Ασφαλώς και δεν θέλω να πω ότι η συμπεριφορά τους μοιάζει με των χουντικών, αν και δεν είναι άχρηστο μερικοί φίλοι μου αριστεροί να νιώσουν στο δέρμα τους τη φρίκη που προκαλεί η ευκολία τέτοιων συνειρμών. Θέλω να πω ότι η αριστερά στο πρόσφατο παρελθόν ενδιαφερόταν για το πραγματικό περιεχόμενο της παρεχόμενης Παιδείας, για τη μόρφωση που παράγει ελεύθερα, αυτόνομα και ανήσυχα πνεύματα, για τη δημιουργία μέσα από την εκπαίδευση, πολιτών με αυτοδιάθεση της σκέψης και του εαυτού τους και εδραία δική τους άποψη για τη ζωή.
Σήμερα που γίνεται η συζήτηση για το νέο λύκειο η αριστερά είναι απούσα. Την ύλη των σπουδών τη διατάσσουν στο μαγνητικό δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο και δεν κάνουν καμιά εμβάθυνση στην πραγματική φιλοσοφία και ιδεολογία των σπουδών η οποία, ερήμην τους, παραμένει συντηρητική και αγκυλωμένη. Ακόμα και στη συζήτηση που άνοιξε δειλά για τα Θρησκευτικά και τα Αρχαία συναγωνίστηκαν τους Δεξιούς σε απαξίωση και ειρωνείες. Το μόνο τους ενδιαφέρον είναι να δώσουν το σχήμα που τους αρέσει στο ζυμάρι των εφήβων. Με κάθε τρόπο. Ακόμα και αν χρειαστεί να περιμένουν στη σειρά για να δεχτούν το αγίασμα.

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (Κριτική και Προτάσεις)


Το Δημοτικό σχολείο αντιμετωπίζει σοβαρές δυσλειτουργίες και η ανταπόκρισή του στις δομικές μεταβολές των μεθόδων αναζήτησης της γνώσης βραδυπορεί. Ο συνδικαλισμός συνεχίζει να τραυματίζει το έργο της εκπαίδευσης, καθηλωμένος σε μια λογική στείρου αρνητισμού. Η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική βασισμένη στα πελατειακά δίκτυα του κομματισμού αδρανεί ή βερμπαλίζει ρητορικά (αποδίδοντας χαρακτήρα μεσιανικό στις αλλαγές που εισηγείται) αντί να πράττει και να εφαρμόζει. Οι σύλλογοι διδασκόντων παγιδεύονται στη δημοσιοϋπαλληλική μιζέρια της διευθέτησης των καθιερωμένων και αφυδατώνονται. 



ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (Κριτική και Προτάσεις), του Ευθύμη Δημόπουλου
 Αν συγκρίνουμε την πορεία των τριών βαθμίδων της ελληνικής εκπαίδευσης την εικοσαετία 1990 – 2010, δύσκολα θα αρνηθούμε ότι αυτή που έχει διανύσει τη μεγαλύτερη απόσταση, αυτή που προχώρησε περισσότερο είναι η πρωτοβάθμια.
Πράγματι, στο διάστημα αυτό στο χώρο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και του Δημοτικού Σχολείου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές με ανανεωτικό χαρακτήρα. Το διδακτικό δυναμικό εμπλουτίστηκε με μια γενιά αποφοίτων Πανεπιστημιακών Παιδαγωγικών Σχολών αλλά και με εκπαιδευτικούς διαφόρων ειδικοτήτων (μουσικοί, θεατρολόγοι, εικαστικοί, εκπαιδευτικοί ξένων γλωσσών). Η παλαιότερη γενιά των πτυχιούχων διετών Παιδαγωγικών Σχολών επιμορφώθηκε ενώ άλμα πραγματοποίησε η παραγωγή παιδαγωγικής βιβλιογραφίας που αριθμεί πλέον εκατοντάδες νέους τίτλους.  Οι δάσκαλοι αναγνωρίζονται πια ως επιστήμονες και όχι ως οι πληβείοι της εκπαίδευσης.
Καθιερώθηκε και εδραιώθηκε ο θεσμός του ολοήμερου σχολείου, νέα και καλύτερα βιβλία εισήχθησαν στα αναλυτικά προγράμματα, οι δάσκαλοι πειραματίστηκαν με νέες διδακτικές μεθόδους και τεχνικές. Τάξεις υποδοχής και ένταξης μεταναστευτικού μαθητικού πληθυσμού δημιουργήθηκαν, η υλικοτεχνική υποδομή βελτιώθηκε σημαντικά. Στο πλαίσιο των ανανεωτικών αλλαγών εντάσσονται επίσης τόσο το πρόσφατο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για τα Πρότυπα – Πειραματικά όσο και η εγκύκλιος για τις συνενώσεις σχολείων χάρη στην οποία μπαίνει τέλος σε μια εκπαιδευτική στρέβλωση πολλών δεκαετιών (βλέπε μονοθέσια και διθέσια δημοτικά σχολεία).  
Ωστόσο, δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε. Το Δημοτικό σχολείο αντιμετωπίζει σοβαρές δυσλειτουργίες και η ανταπόκρισή του στις δομικές μεταβολές των μεθόδων αναζήτησης της γνώσης βραδυπορεί. Επιπλέον, νέα προβλήματα αναδύθηκαν και ορισμένα από αυτά μάλιστα έχουν αποκτήσει ήδη επείγοντα χαρακτήρα. Ο συνδικαλισμός συνεχίζει να τραυματίζει το έργο της εκπαίδευσης, καθηλωμένος σε μια λογική στείρου αρνητισμού. Η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική βασισμένη στα πελατειακά δίκτυα του κομματισμού αδρανεί ή βερμπαλίζει ρητορικά (αποδίδοντας χαρακτήρα μεσιανικό στις αλλαγές που εισηγείται) αντί να πράττει και να εφαρμόζει. Οι σύλλογοι διδασκόντων παγιδεύονται στη δημοσιοϋπαλληλική μιζέρια της διευθέτησης των καθιερωμένων και αφυδατώνονται.
Ας επιχειρήσουμε να εστιάσουμε σε αυτά τα προβλήματα, αναζητώντας παράλληλα προτάσεις για την αντιμετώπισή τους και την ανανέωση της σχολικής ζωής.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Μεταρρύθμιση και γόρδιοι δεσμοί 1


Μαζί με την οικονομική κρίση ήρθαν στο προσκήνιο τα προβλήματα που επιμελώς κρύβαμε κάτω από το χαλί.

Ουδέν κακό αμιγές καλού!

Η εκπαίδευση όμως δεν είναι ένα ακόμα πρόβλημα, είναι μέρος του προβλήματος. Ενώ πρέπει να γίνει προωθητική δύναμη είναι παράγων στασιμότητας. Δεν μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για την κοινωνία της γνώσης και την τεχνολογική επανάσταση, να αποτελέσει αυτή η ίδια το ζωντανό παράδειγμα μιας νέας κοινωνίας, που απαλλαγμένη από τα βαρίδια του κρατισμού, έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της, στην αξία της πρωτοβουλίας, της καινοτομίας, της δημιουργικής επιχειρηματικότητας.

Στην εκπαίδευση οι αριθμοί ευημερούν, το σύστημα όμως χωλαίνει απελπιστικά. Η μέση εκπαίδευση ειδικότερα αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα. Το Γυμνάσιο και το Λύκειο, υστερούν δραματικά στην παροχή θεμελιώδους γενικής παιδείας που είναι απαραίτητο εφόδιο για να «κολυμπήσουν» οι απόφοιτοι, στον σύγχρονο  και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο. Το επαγγελματικό Λύκειο, δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά ούτε στην παροχή επαγγελματικής κατάρτισης. Ενώ λοιπόν το δημόσιο και δωρεάν σύστημα αποτυγχάνει, οι οικογένειες αναγκάζονται να «βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη»

Αν και όλα αυτά είναι πολύ καλά γνωστά, συνεχίζουμε αντιδρώντας κλασσικά και παραδοσιακά.

Οι επαγγελματικές (συνδικαλιστικές) οργανώσεις ζουν στον δικό τους «σταματημένο» χωρόχρονο αναπαράγοντας μονότονα τα ίδια στερεότυπα. Εξαντλούν τις διεκδικήσεις τους στα αιτήματα για νέους διορισμούς και περισσότερες δαπάνες, δίνοντας παράλληλα μάχες χαρακωμάτων για να μην αλλάξει τίποτα. Όχι στην αξιολόγηση … γενικώς. Όχι στις συγχωνεύσεις … γενικώς. Όχι , όχι, όχι!

Η πολιτεία από την πλευρά της και αυτή βαδίζει στα σίγουρα, στα ίδια καλά γνωστά και αποτυχημένα μονοπάτια. Πομπώδεις εξαγγελίες περί ριζικών μεταρρυθμίσεων που σχεδιάζονται «στο πόδι», που στριμώχνονται στα στενά χρονικά περιθώρια μιας κολοβής συνήθως, υπουργικής θητείας, που δεν τολμούν δομικές παρεμβάσεις, που αφήνουν  τα προβλήματα να χρονίζουν, να μετεξελίσσονται σε πραγματικούς γόρδιους δεσμούς. «Μεταρρυθμίσεις» με τις οποίες όλα αλλάζουν και όλα τα ίδια μένουν.

Έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν υπάρχει μαγική μεταρρύθμιση που θα δώσει λύσεις με ένα μόνο βήμα, με μία και μόνο πράξη, με ένα νόμο. Η μεταρρύθμιση στην μέση εκπαίδευση χρειάζεται ένα σχέδιο, ευρύτερης συναίνεσης που θα κλιμακωθεί σε βάθος χρόνου με συνεχή έλεγχο, ανατροφοδότηση και διορθωτικές κινήσεις. Ένα σχέδιο που θα υπερβαίνει όχι μόνο την υπουργική θητεία αλλά και την ζωή μιας κυβέρνησης.

Η μεταρρύθμιση δεν θέλει μόνο «τον χρόνο της». Θέλει κινητοποίηση των δυνάμεων που θα εμπνευστούν από τους στόχους της, που θα γοητευτούν από τον «μύθο» της, που θα παλέψουν για αυτήν. Οι δυνάμεις αυτές υπάρχουν, δεν είναι πολλές σε πλήθος αλλά έχουν ειδικό βάρος. Είναι οι δάσκαλοι, είναι οι καθηγητές που χαίρονται να μπαίνουν στην αίθουσα, που δεν συναρτούν τον επαγγελματισμό τους με το ύψος του μισθού αλλά απογοητεύονται όταν συνειδητοποιούν ότι το «σύστημα που δεν αλλάζει» είναι ισχυρότερο από τις ατομικές προσπάθειες.

Οι εν δυνάμει μεταρρυθμιστές εκπαιδευτικοί όμως, θα μείνουν παγερά αδιάφοροι σε κάθε «νέο» σύστημα που επαγγέλλεται γενικώς και αορίστως την βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, σερβίροντας στην πράξη παλιό κρασί σε νέες κούπες. 

Η μεταρρύθμιση δεν θα κριθεί από την περιγραφή των προβλημάτων, των γόρδιων δεσμών της εκπαίδευσης. Αυτά είναι σχεδόν κοινός τόπος. Η μεταρρύθμιση θα δρομολογηθεί εάν και εφόσον η ατζέντα της συμπεριλάβει όλα τα θέματα «ταμπού», εάν τεθούν υπό αμφισβήτηση όλα όσα θεωρούνται αυτονόητα.

Είναι δυνατόν να μεταρρυθμίσουμε το υπερσυγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης; Να αποκεντρώσουμε ευθύνες και εξουσίες έτσι ώστε το υδροκέφαλο σύστημα με τα ατροφικά ποδάρια να στηριχθεί σε σχολεία με ικανή αυτονομία ; Μπορούν τα σχολεία από άβουλα υπαλληλικά γρανάζια να μετασχηματιστούν σε σκεπτόμενους οργανισμούς;

Είναι δυνατόν να αποκτήσουμε ένα απλό και αδιάβλητο σύστημα πρόσβασης στα Πανεπιστήμια και στα Τεχνολογικά Ιδρύματα χωρίς τους πανελλαδικούς διαγωνισμούς; Να καταργήσουμε τις εισαγωγικές εξετάσεις και να οικοδομήσουμε το σύστημα πρόσβασης  πάνω σε ένα απολυτήριο εθνικής εμβέλειας, ακαδημαϊκού ή τεχνολογικού τύπου,  με τέτοιο τρόπο ώστε να ανακτήσει το Λύκειο την αυτοτέλειά του;

Είναι δυνατόν να ανορθώσουμε την αξιοπιστία της μέσης τεχνολογικής εκπαίδευσης και ταυτόχρονα να απεγκλωβίσουμε τους μαθητές του γενικού λυκείου από τον «στενό κορσέ» του μονοδρόμου:  πανελλήνιοι εισαγωγικοί διαγωνισμοί για όλους; Να δώσουμε περισσότερες επιλογές στους μαθητές, λιγότερο άγχος, επαρκή στήριξη σε όσους έχουν ανάγκη και ικανή εμβάθυνση για όσους το επιθυμούν;

Είναι τέλος δυνατόν, να στηρίξουμε την αναγκαία αξιολόγηση στην θεώρηση ότι οι εκπαιδευτικοί είναι και αυτοί «κανονικοί» επαγγελματίες που ενδιαφέρονται για την εξέλιξή τους στον βαθμό που παρέχονται τα αναγκαία κίνητρα και αντικίνητρα και στον βαθμό που έχουν την δυνατότητα να διαμορφώνουν τους όρους που συντρέχουν στην επίτευξη των στόχων που τίθενται στην σχολική μονάδα;  Είναι δυνατόν να οικοδομήσουμε ένα σύστημα αντικειμενικής μέτρησης του μαθησιακού αποτελέσματος που θα αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο για την αξιολόγηση όλων των συντελεστών που επιδρούν στο εκπαιδευτικό έργο;

Οι απαντήσεις που θα δοθούν στα ερωτήματα αυτά ή θα διευκολύνουν την εκκίνηση μιας μεταρρυθμιστικής διαδικασίας, ή θα προοιωνίσουν μια ακόμα άσκηση εντός και επί τα αυτά.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Ενισχυτική διδασκαλία, η ίδια καλά δοκιμασμένη και εντελώς αποτυχημένη συνταγή.



Το «προϊόν» που θα βγάλουμε στην αγορά, έχει μόνο ένα προσόν, είναι δωρεάν. Αρκεί αυτό; Ίσως ποντάρουμε στην οικονομική κρίση και στην φτώχεια. Αλλά όπως λέγανε οι παλαιότεροι «το φτηνό κρέας το τρώνε οι σκύλοι»

Διάβασα κάπου, δεν θυμάμαι που και ποιος το είπε, αλλά πολύ μου άρεσε. Το νόημα της φράσης ήταν περίπου ως εξής. «Προσπάθησε! Αν αποτύχεις, προσπάθησε ξανά!» Διαβάζοντας όμως στις εφημερίδες την αναγγελία για την επανεκκίνηση των σχολικών προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας, άλλαξα γνώμη. Το «προσπάθησε ξανά» μου φαίνεται κάπως, σαν κάτι να του λείπει. Να έλεγε δηλαδή «βρες που έκανες λάθος και προσπάθησε ξανά!». Μοιάζει αυτονόητη η προσθήκη και όντως έτσι είναι. Έτσι θα ήταν βεβαίως σε μια κανονική χώρα στην οποία οι θεσμοί λειτουργούν με την στοιχειώδη κοινή λογική. Με τα αυτονόητα δηλαδή. Στην δική μας όμως περίπτωση, τα αυτονόητα απουσιάζουν από την σκέψη των θεσμικών παραγόντων που λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, πριν την εξαγγελία μια νέας εκδοχής για την ενισχυτική διδασκαλία θα έπρεπε να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί απέτυχαν οι προηγούμενες προσπάθειες»;

Το νέο πρόγραμμα θα κοστίσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια περιουσία. Πενήντα εκατομμύρια ευρώ. Τα παίρνουμε από τους «τοκογλύφους» της Ε.Ε. Μας τα χαρίζουν για να είμαστε ακριβείς, δεν τα δανείζουν. Είναι από το ΕΣΠΑ, το πρόγραμμα χρηματοδότησης της προσπάθειας ανάπτυξης στην χώρα. Ίσως το γεγονός ότι τα χρήματα αυτά δεν τα «κερδίσαμε με τον ιδρώτα μας» να εξηγεί και την ευκολία με την οποία τα ξοδεύουμε χωρίς πολύ πολύ σκέψη. Χωρίς δηλαδή να εξασφαλίσουμε ότι θα πιάσουν τόπο.

Στο νέο πρόγραμμα υπολογίζεται ότι θα απασχοληθούν περίπου 7.000 αδιόριστοι, αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Αυτό είναι όντως πολύ σημαντικό αλλά θα ήταν ακόμα πιο σημαντικό εάν:

-Όσοι απασχοληθούν είναι άνεργοι.
-Αυτοί που θα μπουν στις τάξεις μπορούν να κάνουν την δουλειά. Οι ακατάλληλοι να αποχωρούν και οι κατάλληλοι να κερδίζουν «πόντους» για μόνιμο διορισμό.
-Αυτό που θα γίνεται στις αίθουσες να κερδίσει την εμπιστοσύνη των μαθητών.

Από όλα αυτά, τίποτα δεν είχε επιτευχθεί στις προηγούμενες προσπάθειες. Τουλάχιστον όχι σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό. Το νέο πρόγραμμα ακολουθεί την ίδια δοκιμασμένη αλλά αποτυχημένη φιλοσοφία. Οι αλλαγές που έχουν γίνει στον τρόπο οργάνωσης, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες που παράγουν αποτυχία αλλά επιτείνουν το πρόβλημα. Η νέα δομή προβλέπει την ίδρυση Σχολικών Κέντρων Ενισχυτικής Διδασκαλίας τα οποία θα καλύπτουν μια ομάδα σχολείων. Αν σε κάποιους ακούγεται ως μια νέα, φρέσκια ιδέα θα τους υπενθυμίσουμε τα «Μεταλυκειακά Κέντρα», την ιδέα που υλοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια της «Αλλαγής», στα χρόνια που ακολούθησαν δηλαδή το 1981 και την σοσιαλιστική εκδοχή του Ανδρέα Παπανδρέου.

Η απομάκρυνση της ενισχυτικής διδασκαλίας από την σχολική μονάδα με την υπαγωγή της στα «Κέντρα» είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που χρειαζόμαστε. Τα «Κέντρα» εντείνουν το «απρόσωπο» , το «γραφειοκρατικό», το γκρίζο «δημοσιοϋπαλληλικό» και φυσικά το «πελατειακό».

Το «προϊόν» που θα βγάλουμε στην αγορά, έχει μόνο ένα προσόν, είναι δωρεάν. Αρκεί αυτό; Ίσως ποντάρουμε στην οικονομική κρίση και στην φτώχεια. Αλλά όπως λέγανε οι παλαιότεροι «το φτηνό κρέας το τρώνε οι σκύλοι»

ΥΓ.
Σε προηγούμενο σημείωμα,  «Οι καλές ιδέες πεθαίνουν νέες, στο δημόσιο σχολείο»
είχα γράψει:

Ας υποθέσουμε ότι το κράτος, μη εμπιστευόμενο τον δημόσιο τομέα, απευθύνει δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος  για την ίδρυση κρατικών φροντιστηρίων με ιδιωτικό μάνατζμεντ. Οι όροι της σύμβασης είναι οι εξής.
           
1.      Οι μαθητές θα φοιτούν δωρεάν.
2.      Το κράτος θα καταβάλλει στον ιδιώτη μόνο τα δίδακτρα των μαθητών.
3.      Ο ιδιώτης θα οργανώσει το φροντιστήριο όπως θέλει αλλά με εκπαιδευτικούς που θα προσλαμβάνει κάθε χρόνο το κράτος
4.      Απολύσεις κατά την διάρκεια του σχολικού έτους δεν θα γίνονται.
5.      Κάθε χρόνο οι καθηγητές θα αλλάζουν γιατί όλοι πρέπει να δουλέψουν και να κολλήσουν ένσημα.

Υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να βρεθεί ιδιώτης, έχων σώας τας φρένας, να ενδιαφερθεί για το project;